11/01/2018

Τα νεοθωμανικά όνειρα του Ερντογάν….. και η συνθήκη της Λωζάνης

Αμέσως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), υπεγράφησαν τρεις συνθήκες ειρήνης, ήτοι των Βερσαλλιών, των Σεβρών και της Λωζάνης. Στον πόλεμο αυτό, από τη μία πλευρά ήταν η συμμαχία της Γερμανίας του Β΄ Ράϊχ, η Αυστρο-ουγγαρία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία και από την άλλη, αρχικά το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ρωσία και στη συνέχεια συμμετείχαν και η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Ελλάδα και άλλες χώρες. Η Ρωσία, ως Σοβιετική τότε Ένωση, απεχώρησε από τη συμμαχία, δηλ. την Αντάτ το έτος 1917.

Τα γεγονότα της περιόδου εκείνης είχαν τη γνωστή πορεία, δηλ. τη νίκη της Αντάντ, και ειδικότερα το 1918 η Γερμανία ηττήθη στο Δυτικό Μέτωπο, λόγω της εμπλοκής στον πόλεμο και των ΗΠΑ με ισχυρές δυνάμεις και στην Ευρώπη και έτσι έληξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τραγικές, δυστυχώς, συνέπειες για όλη την ανθρωπότητα.

Προκειμένου, όμως, να παγιωθεί ειρήνη μεταξύ των εμπλακέντων μερών, υπεγράφησαν, όπως προαναφέρθηκε, τρεις συνθήκες ειρήνης. Η πρώτη την 28-6-1919 στη Γαλλία και ονομάστηκε των «Βερσαλλιών», μεταξύ των νικητριών συμμαχικών δυνάμεων και της πρώτης Γερμανικής δημοκρατικής Κυβέρνησης της Βαϊμάρης, αφού πρώτα εκδιώχθηκε ο Κάϊζερ και σκοπός της ήταν, να μην μπορέσει ποτέ η Γερμανία, να γίνει πάλι επικίνδυνη για την ειρήνη της Ευρώπης και όλης της ανθρωπότητας.

Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης υπεγράφη στις 10/8/1920 στην πόλη της Γαλλίας Σέβρ και ονομάστηκε συνθήκη των Σεβρών, μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη συνθήκη αυτή υποχρεώθηκε η δεύτερη, να παραχωρήσει πολλά εδάφη της, μέχρι τότε, και κυρίως στη Γαλλία και στη Βρετανία. Επίσης, η Τουρκία παραχώρησε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη, την Ίμβρο και την Τένεδο.

Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα μας, ακολούθησε η τραγική Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ η συνθήκη των Σεβρών δεν επικυρώθηκε από τα Κοινοβούλια όλων των συμμαχικών δυνάμεων, που την υπέγραψαν, και ούτε ακόμη και της Ελλάδος και έτσι, η συνθήκη αυτή, που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη χώρα μας, κατέστη γράμμα κενό, ενώ ο Κεμάλ, ως ισχυρός άνδρας πλέον της Τουρκίας, άρχισε να υπογράφει σχετικές διμερείς συμφωνίες με διάφορα κράτη της Ευρώπης, ενώ η Ελλάδα αντιμετώπιζε τεράστια εσωτερικά προβλήματα.

Κάτω από το δυσμενές αυτό κλίμα για τη χώρα μας, ακολούθησε η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1923, όταν η Τουρκία ήταν πανίσχυρη, ενώ η Ελλάδα, όπως ήταν αυτονόητο, λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής, ήταν πλήρως αποδυναμωμένη. Η συνθήκη αυτή συνήφθη και υπεγράφη μεταξύ της Τουρκίας από τη μία πλευρά και των Συμμαχικών Δυνάμεων από την άλλη. Ως παρατηρητές συμμετείχαν οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία και η Σοβιετική Ένωση. Με τη νέα αυτή συνθήκη της Λωζάνης, μεταξύ των άλλων, καθορίστηκαν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, όπως και τα σύνορα της τελευταίας με τις νέες χώρες της Μέσης Ανατολής. Από τη συνθήκη αυτή η Ελλάδα βγήκε πολύ ζημιωμένη, καθόσον η Ανατολική Θράκη εδίδετο και πάλι στην Τουρκία, όπως και η Ίμβρος και η Τένεδος, με ειδικό, όμως, καθεστώς για τα δύο αυτά νησιά. Επίσης, με τη συνθήκη αυτή αποφασίστηκε η γνωστή ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, με εξαίρεση τους Έλληνες Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης και τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Η συνθήκη αυτή, δυστυχώς, επιχειρήθηκε να παραβιασθεί πολλές φορές από την Τουρκία, αλλά δεν παύει να είναι η μόνη συνθήκη ειρήνης, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ισχύει και σήμερα και επί ένα περίπου αιώνα. Τον τελευταίο, όμως, καιρό, η Τουρκία, στα πλαίσια των νέο-οθωμανικών σχεδίων και ονείρων της, επιδίδεται σε μία προσπάθεια τροποποίησης ή αναθεώρησης της συνθήκης αυτής, και μάλιστα τέθηκε το θέμα αυτό, κατά τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο, κατά την τελευταία διήμερη επίσκεψή στη χώρα μας του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν. Βέβαια, επειδή υπήρξαν και υπάρχουν πολλές αντιδράσεις στα σχέδια αυτά της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ και από πολλές άλλες χώρες και πολύ περισσότερο από την Ελλάδα, αυτή τη φορά ο Τούρκος Πρόεδρος μίλησε όχι για τροποποίηση ή αναθεώρηση της συνθήκης, αλλά για «επικαιροποίηση της», χωρίς η στροφή αυτή του Ερντογάν και της Τουρκίας να αλλάζει ή να βελτιώνει τα πράγματα.

Η αναθεώρηση, όμως, αυτή ή έστω η επικαιροποίηση, δεν μπορεί να γίνει για τους εξής ιδιαίτερα σοβαρούς λόγους:

  1. Η συνθήκη της Λωζάνης, όπως προαναφέρθηκε, είναι μία σύμβαση μεταξύ πολλών συμβαλλομένων κρατών και, για την αλλαγή της ή επικαιροποίηση της, θα πρέπει να συμφωνήσουν και να υπογράψουν όλα τα αρχικώς συμβληθέντα κράτη.
  2. Από τη σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) δεν νομιμοποιείται η δυνατότητα για μονομερή κατάργηση ή λύση μιας Συνθήκης, όπως, ασφαλώς, και της Λωζάνης.
  3. Επίσης, καταγγελία της συνθήκης της Λωζάνης δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από την πλευρά της Τουρκίας, διότι καταγγελία επιτρέπεται μόνο σε διμερείς συνθήκες και όχι όταν πρόκειται για συλλογική ή πολυμερή διακρατική συνθήκη, όπως είναι αυτή της Λωζάνης.
  4. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, πρόκειται για μία σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε, όταν η Τουρκία ήταν ισχυρή και μπορούσε να επιβάλλει τις θέσεις της, και ίσχυσε επί ένα περίπου αιώνα και δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθεί ή να επικαιροποιηθεί την περίοδο αυτή, επειδή το θέλει η Τουρκία, για να ικανοποιήσει τα νέο-οθωμανικά της σχέδια.

Με βάση όλα τα παραπάνω, και παρά το ότι η συνθήκη της Λωζάνης δεν ήταν από την αρχή ευνοϊκή για τη χώρα μας, ιδίως εν σχέσει με την προηγηθείσα συνθήκη των Σεβρών, όμως, είναι μία σύμβαση, που θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει, όπως διαμορφώθηκε το 1923 και όπως ισχύει μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα όσον αφορά τα σημερινά σύνορα. Κάθε δε σχετική πρωτοβουλία της Τουρκίας για αλλαγή της συνθήκης αυτής, θα πρέπει ν΄ απορρίπτεται, χωρίς οποιαδήποτε άλλη σκέψη, όπως ομόφωνα έκανε κατά τις σχετικές συζητήσεις η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας μας κατά την προ ημερών επίσκεψη στη χώρα μας του Ερντογάν και είναι ευτύχημα, ότι τη στάση αυτή στηρίζει, και ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και ασφαλώς και οι ΗΠΑ.

Αντώνιος Γρ. Φούσας